Κατέβηκα στο κέντρο για δουλειές, ο κόσμος αγριεμένος.
Στο γιατρό διαμαρτύρονται για τις εξετάσεις που κόβουν τα ταμεία
για τα φάρμακα που πρέπει να πληρώσουν από την τσέπη τους
για το ετήσιο τσεκ απ που θα κοστίσει ο κούκος αηδόνι.
Στο εκδοτήριο οι παππούδες φωνάζουν για τις τιμές στα εισιτήρια
που άλλαξαν και ανέβηκαν κι από τόσο πήγαν τόσο και για διπλή διαδρομή άλλο τόσο
και το παλιό "κανονικό" έφτασε να είναι το σημερινό "μειωμένο".
Στη στάση μια τσιγγάνα με το μωρό της ζητά ο,τι έχουμε να δώσουμε,
ο κόσμος τη διώχνει με φωνές, της λέει κι εμείς δεν έχουμε
της λέει δεν το λυπάσαι το παιδί να το ταλαιπωρείς; Είναι δικό σου;
Στο λεωφορείο μια γιαγιά περιγράφει με τρόπο γλαφυρό πως την έκλεψαν την τσάντα
"μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μου" την έσπρωξαν την έριξαν την έκλεψαν
και δεν είχε και τίποτα, τα λεφτά αλλού τα βάζει.
Παντού γύρω μου άκουγα φωνές, έβλεπα πρόσωπα συνοφρυωμένα
τα μαγαζιά άδεια, παρά τις μεγάλες προσφορές
βήματα βιαστικά, κάτι τρέχουμε να προλάβουμε,
τους λογαριασμούς, το λεωφορείο, το παιδί, τη ζωή.